Η μουσική του θορύβου (από τους Φουτουριστές στο Hendrix)

Posted

Είναι γνωστό από τη Φυσική ότι ο ήχος παράγεται από τις παλμικές δονήσεις ενός παλλόμενου αντικειμένου. Η επιστήμη της μουσικολογίας αναφέρει ότι οι ομοιόμορφες και συμμετρικές παλμικές δονήσεις προκαλούν μουσικούς ήχους, που έχουν συγκεκριμένη οξύτητα. Οι ασύμμετρες παλμικές δονήσεις παράγουν ήχους χωρίς συγκεκριμένη οξύτητα, δηλαδή θορύβους. Η μουσική του εικοστού αιώνα, έχοντας ώς σημείο αναφοράς την ολοένα αυξανόμενη βιομηχανοποίηση και το μοντέρνο, αστικό τρόπο ζωής, στην προσπάθεια να διαμορφώσει μία νέα αισθητική, ήδη από την πρώτη δεκαετία του αιώνα άρχισε να παντρεύει τους μουσικούς ήχους με τους θορύβους επιχειρώντας να επινοήσει μία νέα, ανατρεπτική μουσική αντίληψη.


Η μουσική των εργοστασίων
Στις αρχές του αιώνα το κίνημα των Ιταλών Φουτουριστών με ¨πρωτεργάτες¨ τον ποιητή Filippo Marinetti, το μουσικό Luigi Russolo, και άλλους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής συνήθιζαν να οργανώνουν πολλές θορυβιστικές συναυλίες.
Πειραματίζονταν με ήχους από μηχανές εργοστασίων, εκρήξεις, βουητά, σειρήνες τρένων και άλλους βιομηχανικούς θορύβους. Συνήθιζαν να κατασκευάζουν κάποια αυτοσχέδια μηχανήματα, τα ονόμαζαν «Θορυβομελοποιούς», και
χρησίμευαν στην παραγωγή αυτών των ήχων. Αυτή η ¨μουσική των μηχανών¨ εξαπλώθηκε στην Ευρώπη σα μιά νέα, προκλητική μόδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρωτοποριακής τάσης αποτελεί το έργο Ballet Mecanique
του George Antheil, η αποθέωση της μουσικής ¨μηχανολαγνείας¨. Η ορχήστρα που εκτέλεσε το κομμάτι το 1926 στο Παρίσι, αποτελούνταν από οκτώ πιάνα, μία πιανόλα, οκτώ ξυλόφωνα, δύο ηλεκτρικά κουδούνια και μία μεγάλη έλικα
αεροπλάνου. Σε ανάλογες θορυβώδεις εκδηλώσεις προχώρησαν και άλλα πρωτοποριακά κινήματα της εποχής. Οι Ντανταϊστές για παράδειγμα, διοργάνωναν παρόμοιες εκδηλώσεις τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του κινήματος στη Ζυρίχη, αλλά και αργότερα στο Βερολίνο. Μέσα στα πλαίσια μίας αμφισβήτησης για κάθε μορφή τέχνης και χρησιμοποιώντας σαν όχημα τις έντονες μηδενιστικές τους τάσεις, χρησιμοποίησαν τους θορύβους στις εκδηλώσεις τους, επιδιώκοντας να προκαλέσουν την οργή των αστών. Οι περισσότερες από αυτές τις Ντανταϊστικές συναθροίσεις είχαν μία πραγματικά θορυβώδη κατάληξη. Οι αίθουσες συναυλιών κατέληγαν σε ατέλειωτα ρινγκ και τα καθίσματα ξηλώνονταν από τους θεατές και προσγειώνονταν στη σκηνή.

Μία θορυβώδης avant garde

Τo 1952, o Αμερικάνος avant garde συνθέτης John Cage, δίνει μία γερή γροθιά στα μέχρι τότε μουσικά πράγματα με το έργο – σταθμό 4’:33’’. Πρόκειται για τέσσερα λεπτά και τριαντατρία δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής των οργάνων
της ορχήστρας. Με λίγα λόγια το έργο στηρίζεται αποκλειστικά στους εξωτερικούς θορύβους που ακούγονται σε αυτό το χρονικό διάστημα. Την ίδια περίπου εποχή ένας συμπατριώτης του Cage, ο γνωστός συγγραφέας William Burroughs, παρουσιάζει τη μουσική του, που αποτελείται από μία παράξενη μίξη πολλών διαφορετικών ήχων.

Ο POP θόρυβος

Τη δεκαετία του εξήντα, δημιουργείται στη Γερμανία μία νέα μουσική τάση, το ¨Kraut Rock¨, ένα πειραματικό αμάλγαμα των ροκ τάσεων που επικρατούσαν εκείνη την εποχή και στην avant garde αισθητική συνθετών, όπως ο γερμανός Karlheinz Stockhausen. Συγκροτήματα όπως οι Can (ο κιμπορντίστας τους, Irmin Schmidt, υπήρξε μαθητής του Stockhausen), οι Faust, οι Amon Duul, συνήθιζαν να παντρεύουν το κλασσικό ροκ , με ηλεκτρονικό ήχο και με διάφορους περιβαλλοντικούς ή μηχανικούς θορύβους. Αυτή την τακτική ενστερνίστηκαν και αρκετά
progressive rock συγκροτήματα. Την ίδια εποχή στην Αμερική, ο Jimi Hendrix δίνει μία νέα διάσταση στον κιθαριστικό ήχο, παραμορφώνοντάς τον, ώστε να ισορροπεί ανάμεσα στο θόρυβο και στη μουσική. Στις ίδιες συντεταγμένες θα κινηθεί αργότερα και η Punk αισθητική do-it-yourself, που επέτρεψε σε κάθε μουσικό (ή μη μουσικό) να θορυβήσει απροκάλυπτα, χωρίς να νιώθει τύψεις γι΄ αυτό. Κάπως έτσι, τα θορυβιστικά μουσικά ευρήματα των avant garde συνθετών έδωσαν αφορμές και υλικό στις μεταγενέστερες pop υποκουλτούρες.

Ο θόρυβος σήμερα

Σήμερα, την πρωτοκαθεδρία στη δημιουργία θορύβου, μάλλον την κατέχουν μικρές ανεξάρτητες εταιρίες, όπως η γερμανική Digital Hardcore και η αμερικάνικη Fat Possum, γνωστές από τους πολλαπλούς ηχητικούς εξτρεμισμούς
των καλλιτεχνών που βρίσκονται κάτω απο τη σκέπη τους. Στην ηλεκτρονική μουσική σκηνή αυξάνονται συνεχώς αυτοί που αρέσκονται στο να βασανίζουν τα συνθεσαϊζέρς και τα σάμπλερς τους. Περιπτώσεις, όπως αυτή του γιαπωνέζου πειραματικού συνθέτη Ryoji Ikeda, είναι ολοένα και συχνότερες. Άν θέλετε να πάρετε μία γεύση εγχώριου εκλαϊκευμένου¨ θορύβου, παρακολουθήστε μία από τις συναυλίες του ¨δικού μας¨ συγκοτήματος ¨Τρύπες¨. Θα παρατηρήσετε ότι, μαζί με την ηλικία τους, αυξάνονται και τα επίπεδα των παραμορφώσεων στις κιθάρες τους. Το πέρασμα που έγινε στη μουσική του εικοστού αιώνα, από τη μελωδία στο θορυβισμό, μπορεί να συσχετιστεί με το πέρασμα από την παραστατική, στην αφηρημένη ζωγραφική, ως μία ευρύτερη ανάγκη να απαλλαγούμε από τις κλασσικές φόρμες και τους καθιερωμένους κανόνες. Ίσως να είναι μία έμμεση προσπάθεια να οικειοποιηθούμε ήχους που μας είναι δυσάρεστοι, μετατρέποντάς τους σε κομμάτι από την αισθητική μας. Σίγουρα θα ήταν πιο ανώδυνο,
διασχίζοντας τους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας σε ώρες αιχμής και ακούγοντας τα κορναρίσματα, τις μηχανές των αυτοκινήτων, τις σειρήνες των περιπολικών, να φαντασιωνόμαστε ότι ακούμε ένα αριστούργημα της μοντέρνας μουσικής.

Από τη μελωδία στη φασαρία

Πράγματι, ο θόρυβος καταλαμβάνει όλο και πιο σημαντικό ρόλο στις δημιουργίες των νέων επίδοξων καινοτόμων και πειραματιστών. Τα παραπάνω ονόματα “φασαριόζων” καλλιτεχνών αναφέρονται ενδεικτικά. Στην πραγματικότητα,
όλοι εκείνοι που έχουν πειραματιστεί με το θόρυβο θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο πολυσέλιδης μελέτης. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο θόρυβος, έχει πολύ σοβαρό λόγο ύπαρξης σε ένα μουσικό κομμάτι, άσχετα με το αν πρόκειται για ένα pop κομμάτι ή για ένα σοβαρό μουσικό έργο, όπου η χρήση θορύβου γίνεται με επιστημονική ακρίβεια και συνέπεια. Φυσικά, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν και οι περιπτώσεις που είναι θεμιτό να σκεφτόμαστε: “Πολύς θόρυβος για το τίποτα”.

Οκτώβριος 1999