Νεοπαραδοσιακοί, όταν η παράδοση γίνεται μόδα

Posted

Η λέξη «Νεοπαραδοσιακός» είναι αδόκιμη και εμπεριέχει δύο έννοιες που μοιάζουν να αλληλοαναιρούνται. Η έννοια της παράδοσης συνδέεται με το παρελθόν. Συνεπώς ό, τι είναι νέο δεν μπορεί να είναι και παραδοσιακό. Ο “ανεπίσημος” αυτός όρος, που είναι μία ιδιαίτερα εύστοχη επινόηση, περιγράφει το φαινόμενο των νέων ανθρώπων που, αντλώντας ζωτικά στοιχεία από τη μουσική παράδοση, δημιουργούν ένα ξεχωριστό μουσικό ιδίωμα, το οποίο προσεγγίζει με σεμνότητα και διακριτικότητα τα μουσικά ακούσματα του παρελθόντος.

Η τεχνολογία εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου. Οι δυνατότητες των ηλεκτρονικών μουσικών οργάνων αυξάνονται, αλλά με τον ίδιο ρυθμό αυξάνεται και η πολυπλοκότητά τους. Ένας φίλος, επαγγελματίας μουσικός, μου είπε κάποτε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ότι ο χρόνος που ξοδεύει στη ρύθμιση των βοηθητικών ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της ηλεκτρικής του κιθάρας είναι περισσότερος από το χρόνο που ξοδεύει παίζοντας μουσική. Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι μέσα από τις επί μέρους διαδικασίες της διαμόρφωσης ήχου με ηλεκτρονικά μέσα, πολλές φορές χάνεται η ουσία της μουσικής δημιουργίας.
Πολύ πιθανό, να είναι κι αυτός ένας από τους λόγους, που πολλοί νέοι στρέφονται στην παραδοσιακή μουσική, αναζητώντας ένα αυθεντικό τρόπο έκφρασης.
Κάποιοι από αυτούς, ανακαλύπτουν ξεχασμένα μουσικά όργανα όπως το καβάλι, το σαντούρι και ο νταϊρές, και αξιοποιούν ήχους που βρίσκονται υπό εξαφάνιση.

Έτσι, τον τελευταίο καιρό, πολλοί νέοι με μουσικές ανησυχίες, συνηθίζουν να περνούν τα απογεύματά τους σε αυτοσχέδια στούντιο, παρέα με παραδοσιακά μουσικά όργανα, και όχι με ηλεκτρικές κιθάρες, ντράμς και συνθεσάιζερς.
Αυτή η “επιστροφή” στην παράδοση, σίγουρα δεν έχει να κάνει μόνο με την αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, άλλα, είναι φυσικό επακόλουθο αρκετών παραγόντων. Η συνεχής ανοδική πορεία της ethnic μουσικής που πηγάζει από τις παραδόσεις των λαών όλου του κόσμου, συχνά μαζί με πολλές κακόγουστες προσμείξεις, έφερε στην επιφάνεια αρκετά άγνωστα ή ξεχασμένα μουσικά ιδιώματα. Ακούσματα, που μόνο λίγοι μουσικολόγοι είχαν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν, έγιναν προσιτά σε όλους. Κάποια στιγμή έγινε ξεκάθαρο, ότι οι μουσικές παραδόσεις των λαών έχουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, έτσι, αναπόφευκτα άρχισαν να δημιουργούνται ενδιαφέροντα μουσικά ¨μείγματα¨ με παραδοσιακά όργανα διαφόρων προελεύσεων. Μία μερίδα μουσικόφιλων εξ΄ αρχής, κατέκρινε αυτές τις προσμείξεις, υποστηρίζοντας, ότι τέτοιου είδους πειραματισμοί, στερούν από τη μουσική την αυθεντικότητά της και την απομακρύνουν από τις ρίζες της. Κάποιοι άλλοι, αντιλέγουν τονίζοντας, ότι η παραδοσιακή μουσική δεν είναι μουσειακό είδος και πρέπει να είναι ανοιχτή σε τέτοιου είδους πειραματισμούς. Πάντως, από όποια σκοπιά κι αν το εξετάσει κάποιος, δεν μπορεί να παραβλέψει, ότι πίσω από αυτή την επιστροφή στις ρίζες, κρύβονται βαθύτερες ανάγκες έκφρασης και επικοινωνίας, σε μία εποχή που η ανάγκη του κάθε ατόμου να δηλώσει τη διαφορετικότητά του από ένα μαζοποιημένο σύνολο, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.

Αυτή η τάση “επιστροφής”, τις περισσότερες φορές εμπλούτισε με νέα στοιχεία τα παραδοσιακά μουσικά ιδιώματα. Τους έδωσε μία πιο επίκαιρη χροιά και τα έβγαλε από το αδιέξοδο του “ειδικού κοινού”. Έγινε κατανοητό, ότι η μουσική κάθε τόπου, έπαψε να περιορίζεται στην αυστηρά τοπική ακρόαση, αλλά, ένα έντεχνο περιτύλιγμα, της δίνει τη δυνατότητα να ξεπερνά τα σύνορα του τόπου της. Μπορεί έτσι, να ξεφεύγει από την αυθεντικότητά της, να μην έχει πλέον το δικαίωμα να ονομάζεται “παραδοσιακή”, αλλά πιθανότατα, κερδίζει κάποιες ελπίδες επιβίωσης στη μάχη με το χρόνο. Είναι χρέος κάθε δημιουργού και ακροατή να διαχωρίζει με συνέπεια τι είναι αυθεντικά παραδοσιακό και τι όχι.

Καθώς αυξάνονται οι νέοι που επιθυμούν να ασχοληθούν με την παραδοσιακή μουσική, αυξάνονται τα ωδεία που διδάσκουν παραδοσιακά και λαϊκά όργανα, ενώ, περιορίζεται η νοοτροπία που “κολλούσε” την ετικέτα του παλαιομοδίτη σε όποιον τολμούσε να ακολουθήσει τα δύσβατα μονοπάτια της παράδοσης. Αν αυτή η τάση είναι ειλικρινής ανάγκη επιστροφής σε αυθεντικές αξίες, ή αν πρόκειται για άλλη μία πρόσκαιρη μόδα με ημερομηνία λήξης, είναι δύσκολο να το κρίνει κάποιος τώρα, που η κατάσταση βρίσκεται σε εξέλιξη. Μετά από μερικά χρόνια, ρίχνοντας μία ματιά πίσω, πιθανότατα, θα σχηματίσουμε μία πιο ξεκάθαρη άποψη για αυτή την “αναβίωση” της παράδοσης, θα ξέρουμε αν αυτή η ιστορία άφησε κάτι ουσιαστικό πίσω της. Μέχρι τότε, καλό είναι μερικές φορές  να χαλαρώνουμε και να απολαμβάνουμε, ζωντανά και όχι μόνο ηχογραφημένα, τους ήχους που “σπάνε” τη μονοτονία των ηλεκτρονικών και βιομηχανικών θορύβων που μας περιβάλλουν.

Σεπτέμβριος 1999